BELLE AND SEBASTIAN

Belle (ZAZ)
Belle, tu es si belle, Qu'en te voyant, Je t'ai aimée
Belle, que j'aime tant, Depuis longtemps, Je t'attendais
Souviens toi, Du temps où tu venais, Chaque soir pour me rencontrer
Tu passais, Si belle que j'en rêvais, Tu le sais, mon amie Je t'aimais
Belle, oh ma si belle, Tu t'en allais, Sans m'écouter
Belle, je t'attendrais, Pendant longtemps, Tu es si belle
Belle, que j'aime tant, Je t'attendrais, En te rêvant
Puis un jour, Un jour tu passeras, Près de moi Ma Belle tu viendras
Nous ferons, alors Si tu le veux, Ce jour là, Le beau voyage à deux
Belle, si tu le veux, Nous serons deux, Nous serons deux

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΜΑΝΟΣ

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη (23 Οκτωβρίου 1925). Γιος του δικηγόρου Γιώργου Χατζηδάκη, από τον Μύρθιο Ρεθύμνου και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Ο Χατζιδάκις εγκαθίσταται στην Αθήνα, με τη μητέρα του, το 1932 έπειτα από το χωρισμό των γονέων του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1938, ο πατέρας του πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που σε συνδυασμό με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επιφέρει μεγάλες οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια και αναγκάζει τον Χατζιδάκι να εργαστεί από αρκετά νεαρή ηλικία. Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου. Συγχρόνως επεκτείνει τις μουσικές του γνώσεις παρακολουθώντας ανώτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο, την περίοδο 1940 – 1943, ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει. Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ. Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος. 
Η πρώτη εμφάνιση
Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού. Η συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος», «Ματωμένος Γάμος», «Λεωφορείον ο Πόθος» κ.ά. Το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία. Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες (Ορέστεια, Βάκχες, Εκκλησιάζουσες, Λυσιστράτη, Πλούτος, Όρνιθες, κ.α).
Χατζιδάκις και σινεμά 
Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα», «Στέλλα», «Δράκο», «America-America», κ.ά. Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή». Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ. Κατά την παραμονή του εκεί, ηχογραφεί το δίσκο "Reflections" και "Το Χαμόγελο της Τζοκόντας", ένα από τα περισσότερο γνωστά έργα του. Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», το οποίο επιδιώκει, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ' όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Η περίοδος αυτή, σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του Μεγάλου Ερωτικού. 
Με το πέρας της στρατιωτικής δικτατορίας διορίζεται «Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής» της Λυρικής Σκηνής για το διάστημα 1975 – 1977 ενώ την περίοδο 1975 – 1982 αναλαμβάνει καθήκοντα Διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας καθώς και Διευθυντή του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα. Η παρουσία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς και ίσως την ποιοτικότερη περίοδο του ραδιοσταθμού. Αξιοσημείωτη είναι και η συμμετοχή του στην έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού Το Τέταρτο (1985 – 1986), το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις. Παράλληλα, συστήνει το 1985, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία «Σείριος». Το 1989 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» στις 15 Ιουνίου 1994, από οξύ πνευμονικό οίδημα και ετάφη στην Παιανία.

ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ

Ο Παρθενώνας είναι ναός, χτισμένος προς τιμήν της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης της Αθήνας. Υπήρξε το αποτέλεσμα της συνεργασίας σημαντικών αρχιτεκτόνων και γλυπτών στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα. Η εποχή της κατασκευής του συνταυτίζεται με τα φιλόδοξα επεκτατικά σχέδια της Αθήνας και της πολιτικής κύρους που ακολούθησε έναντι των συμμάχων της κατά την περίοδο της αθηναϊκής ηγεμονίας στην Αρχαία Ελλάδα.
http://acropolis-virtualtour.gr/acropolisTour.html

ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ

Εφευρέθηκε στη Γερμανία το 1822. Έχει σχήμα κουτιού και αποτελείται από δύο πληκτρολόγια και μια αεροπαραγωγό φυσούνα που συμπιέζεται και επεκτείνεται από τον εκτελεστή. 
Ο ήχος παράγεται με τη δόνηση μεταλλικών ελασμάτων στο εσωτερικό του, που πάλλονται με τη ροή του αέρα. Το ακορντεόν παίζεται κρατώντας το με τα δύο χέρια στο ύψος του στήθους. Το αριστερό χέρι χειρίζεται ένα πληκτρολόγιο, που αντιστοιχεί σε διαφορετικούς συνδυασμούς ελεύθερων νοτών ή συγχορδιών. Στο δεξί χέρι αντιστοιχεί ένα πληκτρολόγιο παρόμοιο μ' αυτό του πιάνου για την εκτέλεση της μελωδίας. Ενίοτε το δεξί πληκτρολόγιο έχει μορφή παρόμοια με το αριστερό, όπως και στο μπαντονεόν.
Το ακορντεόν αγαπήθηκε και ενσωματώθηκε στη λαϊκή και παραδοσιακή μουσική πολλών λαών. Στην Ευρώπη, συνδέθηκε άρρηκτα με τη γαλλική λαϊκή μουσική του 20ού αιώνα, όπως επίσης και με το ρεπερτόριο του ταγκό. Ευρεία είναι η διάδοσή του στην ιταλική και ελληνική μουσική, ενώ αποτελεί κυρίαρχο όργανο σε μπάντες σλαβόφωνων χωρών.
ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ
Το μπαντονεόν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Αργεντινή. Έχει σημαντικό ρόλο στην στην ορχήστρα που χρησιμοποιείται στο τάγκο. Σε αντίθεση με το ακορντεόν, το μπαντονεόν δεν έχει πλήκτρα όπως του πιάνου, αλλά κουμπιά και στις δύο πλευρές. Επίσης αντίθετα με το ακορντεόν, τα περισσότερα κουμπιά στο μπαντονεόν παράγουν διαφορετική νότα όταν αυτό ανοίγει από ό,τι όταν κλείνει. Ο Αργεντινός συνθέτης Άστορ Πιατσόλα (1921-1992) είναι ο πιο γνωστός βιρτουόζος του μπαντονεόν.

BACALOV LUIS

Luis Enríquez Bacalov γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, στις 30 του Μαρτίου 1933. Η καταγωγή του ήταν απο τη Βουλγαρία. Είναι συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Έχει προταθεί δύο φορές για Όσκαρ πρωτότυπης μουσικής, το 1967 για το "Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον", και το 1996 για την ταινία "ΙL Postino" όπου και το κέρδισε.
Έχει επίσης συνθέσει σημαντικά έργα για χορωδία και ορχήστρα. Δύο από τα τραγούδια του " The Grand Duel" και "Summertime Killer ", χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του Tarantino ταινία Kill Bill. Μέχρι σήμερα είναι ο κύριος συνθέτης της Ορχήστρας della Magna Grecia στην Ιταλία.

Επιλογές Δισκογραφίας
Django (1966), Un Storia Semplice (1991), Luis Bacalov Plays Nino Rota (1993), Il Postino (1994), La Tregua (1996), Ilona Arriva Con La Pioggia (1996), Misa Tango (1997), Il Cielo Cade (2000), Assassination Tango (2002), Sea of Dreams (2005), Summertime Killer (2010).