BELLE AND SEBASTIAN

Belle (ZAZ)
Belle, tu es si belle, Qu'en te voyant, Je t'ai aimée
Belle, que j'aime tant, Depuis longtemps, Je t'attendais
Souviens toi, Du temps où tu venais, Chaque soir pour me rencontrer
Tu passais, Si belle que j'en rêvais, Tu le sais, mon amie Je t'aimais
Belle, oh ma si belle, Tu t'en allais, Sans m'écouter
Belle, je t'attendrais, Pendant longtemps, Tu es si belle
Belle, que j'aime tant, Je t'attendrais, En te rêvant
Puis un jour, Un jour tu passeras, Près de moi Ma Belle tu viendras
Nous ferons, alors Si tu le veux, Ce jour là, Le beau voyage à deux
Belle, si tu le veux, Nous serons deux, Nous serons deux

ΣΑΝΤΟΥΡΙ

Το σαντούρι, σε σχήμα ισοσκελούς τραπεζίου, έχει μεταλλικές χορδές κατά μήκος των δυο παράλληλων πλευρών του. Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3-5 χορδές κουρδισμένες στον ίδιο τόνο. Είναι τοποθετημένο πάνω σε βάση, πάνω από τα γόνατα του οργανοπαίκτη. Παίζεται με δυο λεπτά ραβδάκια, τις μπαγκέτες, τυλιγμένα στις άκρες με βαμβάκι ή δέρμα. Οι μπαγκέτες, με το άκρο τους γυρισμένο λίγο προς τα πάνω, κρατιώνται ανάμεσα στον δείκτη και το μεσαίο δάκτυλο, με τη βοήθεια του αντίχειρα. Στο παίξιμο χρησιμοποιείται κυρίως ο καρπός του χεριού και λιγότερο τα δάκτυλα. Η ονομασία του μάλλον προέρχεται από το βυζαντινό όργανο ψαλτήρι (μιας και φαινομενικά μοιάζει με το κανονάκι), και μέσα από τους αιώνες έφτασε να ονομάζεται σαντούρι: ψαλτήρι>σαντίρ>σαντούρι.
Αρχικά το σαντούρι ήταν όργανο μελωδίας. `Επαιζε τη μελωδία μαζί με τα άλλα όργανα, ενώ παράλληλα μπορούσε να κρατήσει ένα ίσο στην τονική (βάση) ή την πέμπτη της κλίμακας. `Αλλοτε συνόδευε τη μελωδία με απλές συνηχήσεις. Η αλληλουχία των φθόγγων είναι πιο περίπλοκη σε σχέση με το κανονάκι. Ανεβαίνει κατά ημιτόνια (σε αντίθεση με το κανονάκι που ανεβαίνει σύμφωνα με την κλίμακα που πρόκειται να παίξουμε). Η μελωδική του έκταση είναι περίπου τρεισήμισυ οκτάβες με συνολικά 100-110 περίπου χορδές.
Η πλατιά διάδοση του σαντουριού στον ελλαδικό χώρο οφείλεται στους `Ελληνες της Μ. Ασίας που ήρθαν μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Χάρη στις εκφραστικές του δυνατότητες γίνεται γρήγορα ένα από τα απαραίτητα όργανα της "κομπανίας" (κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο).
Το σαντούρι "παίζει" κυρίως σε μικρασιάτικα, νησιώτικα και στεριανά κομμάτια, με πιο γνωστό εκτελεστή τον Αριστείδη Μόσχο (μεγάλο δάσκαλο, που πέθανε το 2001). `Αλλοι δεξιοτέχνες του οργάνου είναι οι Τ. Διακογιώργης, Ν. Καρατάσος, καθώς και οι νεότεροι Α. Κατσιγιάννης και η Αρετή Κετιμέ.

ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ

Εφευρέθηκε στη Γερμανία το 1822. Έχει σχήμα κουτιού και αποτελείται από δύο πληκτρολόγια και μια αεροπαραγωγό φυσούνα που συμπιέζεται και επεκτείνεται από τον εκτελεστή. 
Ο ήχος παράγεται με τη δόνηση μεταλλικών ελασμάτων στο εσωτερικό του, που πάλλονται με τη ροή του αέρα. Το ακορντεόν παίζεται κρατώντας το με τα δύο χέρια στο ύψος του στήθους. Το αριστερό χέρι χειρίζεται ένα πληκτρολόγιο, που αντιστοιχεί σε διαφορετικούς συνδυασμούς ελεύθερων νοτών ή συγχορδιών. Στο δεξί χέρι αντιστοιχεί ένα πληκτρολόγιο παρόμοιο μ' αυτό του πιάνου για την εκτέλεση της μελωδίας. Ενίοτε το δεξί πληκτρολόγιο έχει μορφή παρόμοια με το αριστερό, όπως και στο μπαντονεόν.
Το ακορντεόν αγαπήθηκε και ενσωματώθηκε στη λαϊκή και παραδοσιακή μουσική πολλών λαών. Στην Ευρώπη, συνδέθηκε άρρηκτα με τη γαλλική λαϊκή μουσική του 20ού αιώνα, όπως επίσης και με το ρεπερτόριο του ταγκό. Ευρεία είναι η διάδοσή του στην ιταλική και ελληνική μουσική, ενώ αποτελεί κυρίαρχο όργανο σε μπάντες σλαβόφωνων χωρών.
ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ
Το μπαντονεόν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Αργεντινή. Έχει σημαντικό ρόλο στην στην ορχήστρα που χρησιμοποιείται στο τάγκο. Σε αντίθεση με το ακορντεόν, το μπαντονεόν δεν έχει πλήκτρα όπως του πιάνου, αλλά κουμπιά και στις δύο πλευρές. Επίσης αντίθετα με το ακορντεόν, τα περισσότερα κουμπιά στο μπαντονεόν παράγουν διαφορετική νότα όταν αυτό ανοίγει από ό,τι όταν κλείνει. Ο Αργεντινός συνθέτης Άστορ Πιατσόλα (1921-1992) είναι ο πιο γνωστός βιρτουόζος του μπαντονεόν.

BACALOV LUIS

Luis Enríquez Bacalov γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, στις 30 του Μαρτίου 1933. Η καταγωγή του ήταν απο τη Βουλγαρία. Είναι συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Έχει προταθεί δύο φορές για Όσκαρ πρωτότυπης μουσικής, το 1967 για το "Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον", και το 1996 για την ταινία "ΙL Postino" όπου και το κέρδισε.
Έχει επίσης συνθέσει σημαντικά έργα για χορωδία και ορχήστρα. Δύο από τα τραγούδια του " The Grand Duel" και "Summertime Killer ", χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του Tarantino ταινία Kill Bill. Μέχρι σήμερα είναι ο κύριος συνθέτης της Ορχήστρας della Magna Grecia στην Ιταλία.

Επιλογές Δισκογραφίας
Django (1966), Un Storia Semplice (1991), Luis Bacalov Plays Nino Rota (1993), Il Postino (1994), La Tregua (1996), Ilona Arriva Con La Pioggia (1996), Misa Tango (1997), Il Cielo Cade (2000), Assassination Tango (2002), Sea of Dreams (2005), Summertime Killer (2010). 

ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣ

Ο Mάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στις 10 Μαΐου, του 1905 στην Άνω Χώρας της Σύρου.
Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες. Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε τσαμπούνα ενώ πολλές φορές από μικρή ηλικία τον συνόδευε ο μικρός Μάρκος παίζοντας τουμπί (νησιώτικο τύμπανο) σε διάφορα πανηγύρια. Σε ηλικία 12 ετών έφυγε από τη Σύρο, και πήγε στον Πειραιά. Εκεί ασχολήθηκε με
διάφορα επαγγέλματα, φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων στα λεγόμενα «καρβουνιάρικα» εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιά και Αθηνών. Συμμετείχε μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1933, έπειτα από παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης κυκλοφόρησε την πρώτη ηχογράφηση με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, παρόλες τις επιφυλάξεις που είχε για την ποιότητα της φωνής του. Η περίοδος λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και ηχογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» -το γνωστότερο τραγούδι του- το οποίο όμως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο 1948-1959, περνάει δύσκολες ώρες, καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία, τα ηνία της οποίας περνούν σε χέρια ανθρώπων που ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε βοηθήσει να αναδειχτούν, φέρεται αχάριστα στον πρωτοπόρο του μπουζουκιού που θεωρείται πια «ξεπερασμένος». Οι δισκογραφικές εταιρίες παύουν να τον καλούν για ηχογραφήσεις και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα τού αρνούνται τη συνεργασία. Περνά σοβαρές περιπέτειες με την υγεία (παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα, κάτι που τον δυσκολεύει να παίζει μπουζούκι) και την οικονομική του κατάσταση.
Το 1954, ξεχασμένος από τους περισσότερους, επισκέφτηκε τη Σύρο όπου έμεινε για ένα έτος και γνωρίσε την αποθέωση από τον κόσμο του νησιού, ο οποίος δεν τον ξέχασε.
Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν μετά από πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, η δισκογραφική εταιρία Columbia αποφασίζει να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο. Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που του δημιούργησε ο σακχαρώδης διαβήτης. Όπως δήλωσε σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του Μάρκου Δομένικος, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της.

ΦΡΑΓΚΟΣΥΡΙΑΝΗ

Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού: "Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου 'χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά...

Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι.
Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή."
Η Φραγκοσυριανή (γυναίκα που κατάγεται από τη Σύρο και είναι χριστιανή καθολική) είναι το κομμάτι με τις περισσότερες δισκογραφικές παρουσίες (περιλαμβάνεται σε 400 περίπου δίσκους) απ' όλα τα ελληνικά τραγούδια.