ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο όρος «μουσική» παράγεται από τη λέξη «μούσα» (από τις 9 Μούσες, θεότητες των τεχνών). Αρχικά μουσική ονομαζόταν οποιαδήποτε καλλιτεχνική ή πνευματική ενασχόληση. (Ο Πλάτων στην Πολιτεία αναφέρει: «Ό,τι είναι για το σώμα η γυμναστική είναι για την ψυχή η μουσική»). Ο όρος μουσική με τη σημερινή έννοια χρησιμοποιείται από τον 4ο αιώνα π.Χ. και ύστερα.
Οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν θεϊκή προέλευση στα πάντα και φυσικά και στη Μουσική. Έτσι, έπλασαν τις Μούσες, που ήταν στην αρχή θεές του τραγουδιού και κατοπινά της ποίησης και των άλλων τεχνών και επιστημών. Αυτές οι θεές, εννιά τον αριθμό, ήταν κόρες του Δία κατοικούσαν στον Όλυμπο για να διασκεδάζουν στα συμπόσια τους θεούς. 
Το αρχαιότερο μουσικό όργανο που έχει ανακαλυφθεί χρονολογείται από τη Μέση Νεολιθική περίοδο (5000 π.Χ.) και είναι μια κοκάλινη σφυρίχτρα με μια οπή που βρέθηκε στη Θεσσαλία και εκτίθεται στο Μουσείο του Βόλου. 
Επόμενες μαρτυρίες προέρχονται από τον κυκλαδικό πολιτισμό της 3ης χιλιετίας π.Χ. Τα κυκλαδικά ειδώλια (Εθν. Αρχαιολογικό μουσείο) με εκτελεστές τριγώνου-άρπας, δίαυλου και σύριγγας του Πανός μαρτυρούν μια ζωντανή μουσική παράδοση ήδη από την εποχή αυτή. Μαρτυρίες διαθέτουμε και από το Μινωικό και τον Μυκηναϊκό πολιτισμό (2η χιλιετία π.Χ.) όπου πρωτοεμφανίζεται η λύρα, το σείστρο και τα κύμβαλα. Στα Ομηρικά έπη υπάρχουν πολλές μουσικές αναφορές ενώ γνωρίζουμε ότι τα ίδια τα ομηρικά έπη απαγγέλλονταν από τους ραψωδούς και τραγουδιόνταν με συνοδεία λύρας από τους κιθαρωδούς.
Στους αρχαϊκούς χρόνους καθιερώνονται οι νόμοι (επταμερή κομμάτια για αυλό, κιθάρα ή/και τραγούδι με αυστηρή δομή). Καθιερώνονται επίσης οι 7 χορδές στην λύρα και ξεκινούν αντίστοιχα με τους Ολυμπιακούς οι μουσικοί αγώνες (κιθάρα, αυλός ή/και τραγούδι). Στην κλασική εποχή, η μουσική έχοντας ενσωματώσει τις μουσικές παραδόσεις των γειτονικών πολιτισμών αποκτά πια συγκεκριμένη μορφή και σύστημα. Η τραγωδία και η κωμωδία είναι άμεσα συνδεδεμένες με τη μουσική (σχεδόν όλο το κείμενο ήταν μελοποιημένο).
Φιλόσοφοι όπως ο Πυθαγόρας, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, διερευνούν τη σχέση μουσικής με τα μαθηματικά, τη φιλοσοφία και την ψυχή. Διαμορφώνονται τυποποιημένα κομμάτια, όπως ο παιάν (με συνοδεία κιθάρας προς τιμήν του Απόλλωνα), ο διθύραμβος (με αυλό, λατρεία του Διονύσου), ο ύμνος, ο θρήνος, ο υμέναιος (γαμήλιο άσμα) και το σκόλιον (τραγούδι του κρασιού με αυλό ή βάρβιτο).
Τον 5ο αιώνα π.Χ. αιώνα διαμορφώνεται μια «νέα μουσική» με περισσότερη ποικιλία στους φθόγγους, τις μελωδίες και την έκφραση. Στους μετέπειτα χρόνους, συγγράφονται θεωρητικά κείμενα της μουσικής, αποκρυσταλλώνεται η σημειογραφία, κατασκευάζονται νέα όργανα όπως η ύδραυλις, η ελληνική μουσική εξαπλώνεται σε όλον τον ελληνιστικό κόσμο, επηρεάζει εμφανώς τις μουσικές άλλων πολιτισμών, όπως της Ρώμης και της Μέσης Ανατολής και αποτελεί το διεθνές μουσικό σύστημα έως και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους. Αργότερα, τόσο η μουσική του Βυζαντίου όσο και η μουσική της Δύσης κτίζονται πάνω σ’ αυτή τη μουσική παράδοση της οποίας εμφανή κατάλοιπα παραμένουν ζωντανά έως τις μέρες μας.

Ο Πυρρίχιος είναι ο αρχαιότερος ελληνικός πολεμικός χορός. Οι χορευτές χορεύαν κρατώντας ασπίδα και δόρυ και φορώντας περικεφαλαία.
Για την δημιουργία του υπάρχουν τρεις μυθικές εκδοχές:
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κρόνου, πριν τις Τιτανομαχίες και ενώ ο Ζευς ήταν ακόμα βρέφος, οι Κουρήτες χόρευαν τον πυρρίχιο γύρω του κάνοντας δυνατό θόρυβο με τα όπλα και τις ασπίδες τους για να μην ακούσει ο παιδοκτόνος Κρόνος το κλάμα του.
Στην πολιορκία της Τροίας, ο Αχιλλέας, πριν κάψει το νεκρό Πάτροκλο, χόρεψε τον Πυρρίχιο πάνω στην πλατφόρμα των καυσόξυλων πριν παραδώσει τον Πάτροκλο στη νεκρική πυρά (πυρά - Πυρρίχιος).
Ο Πύρρος (γιος του Αχιλλέα) κάτω από τα τείχη της Τροίας, χόρεψε σε αυτό τον ρυθμό, από τη χαρά του για το θάνατο του Ευρύπυλου (Πύρρος - Πυρρίχιος).

ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ

Εφευρέθηκε στη Γερμανία το 1822. Έχει σχήμα κουτιού και αποτελείται από δύο πληκτρολόγια και μια αεροπαραγωγό φυσούνα που συμπιέζεται και επεκτείνεται από τον εκτελεστή. 
Ο ήχος παράγεται με τη δόνηση μεταλλικών ελασμάτων στο εσωτερικό του, που πάλλονται με τη ροή του αέρα. Το ακορντεόν παίζεται κρατώντας το με τα δύο χέρια στο ύψος του στήθους. Το αριστερό χέρι χειρίζεται ένα πληκτρολόγιο, που αντιστοιχεί σε διαφορετικούς συνδυασμούς ελεύθερων νοτών ή συγχορδιών. Στο δεξί χέρι αντιστοιχεί ένα πληκτρολόγιο παρόμοιο μ' αυτό του πιάνου για την εκτέλεση της μελωδίας. Ενίοτε το δεξί πληκτρολόγιο έχει μορφή παρόμοια με το αριστερό, όπως και στο μπαντονεόν.
Το ακορντεόν αγαπήθηκε και ενσωματώθηκε στη λαϊκή και παραδοσιακή μουσική πολλών λαών. Στην Ευρώπη, συνδέθηκε άρρηκτα με τη γαλλική λαϊκή μουσική του 20ού αιώνα, όπως επίσης και με το ρεπερτόριο του ταγκό. Ευρεία είναι η διάδοσή του στην ιταλική και ελληνική μουσική, ενώ αποτελεί κυρίαρχο όργανο σε μπάντες σλαβόφωνων χωρών.
ΜΠΑΝΤΟΝΕΟΝ
Το μπαντονεόν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Αργεντινή. Έχει σημαντικό ρόλο στην στην ορχήστρα που χρησιμοποιείται στο τάγκο. Σε αντίθεση με το ακορντεόν, το μπαντονεόν δεν έχει πλήκτρα όπως του πιάνου, αλλά κουμπιά και στις δύο πλευρές. Επίσης αντίθετα με το ακορντεόν, τα περισσότερα κουμπιά στο μπαντονεόν παράγουν διαφορετική νότα όταν αυτό ανοίγει από ό,τι όταν κλείνει. Ο Αργεντινός συνθέτης Άστορ Πιατσόλα (1921-1992) είναι ο πιο γνωστός βιρτουόζος του μπαντονεόν.

BACALOV LUIS

Luis Enríquez Bacalov γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, στις 30 του Μαρτίου 1933. Η καταγωγή του ήταν απο τη Βουλγαρία. Είναι συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής. Έχει προταθεί δύο φορές για Όσκαρ πρωτότυπης μουσικής, το 1967 για το "Ευαγγέλιο κατά Ματθαίον", και το 1996 για την ταινία "ΙL Postino" όπου και το κέρδισε.
Έχει επίσης συνθέσει σημαντικά έργα για χορωδία και ορχήστρα. Δύο από τα τραγούδια του " The Grand Duel" και "Summertime Killer ", χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του Tarantino ταινία Kill Bill. Μέχρι σήμερα είναι ο κύριος συνθέτης της Ορχήστρας della Magna Grecia στην Ιταλία.

Επιλογές Δισκογραφίας
Django (1966), Un Storia Semplice (1991), Luis Bacalov Plays Nino Rota (1993), Il Postino (1994), La Tregua (1996), Ilona Arriva Con La Pioggia (1996), Misa Tango (1997), Il Cielo Cade (2000), Assassination Tango (2002), Sea of Dreams (2005), Summertime Killer (2010). 

ΒΙΟΛΙ

Το Βιολί είναι έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με δοξάρι. Το συνολικό μήκος του οργάνου είναι περίπου 60 εκ., ενώ το μήκος του ηχείου μόνο 35 εκ. Οι τέσσερις χορδές του βιολιού διαφορετικού πάχους είναι κατασκευασμένες από ατσάλι, ενώ πολλοί σολίστες χρησιμοποιούν εντέρινες, που κουρδίζονται κατά διαστήματα πέμπτης και η μουσική του έκταση περιλαμβάνει 44 χρωματικούς φθόγγους. Το δοξάρι του βιολιού είναι ένα τόξο, με το οποίο τεντώνονται 150-250 τρίχες αλόγου. Οι τρίχες αλείφονται με κολοφώνιο (ρεστίνι από πεύκα) για να «πιάνουν» στις χορδές. 
Το βιολί εμφανίστηκε τον 16ο αιώνα ως εξέλιξη του μεσαιωνικού Φιντλ, όργανο που χρησιμοποιούσαν οι τροβαδούροι για να συνοδεύουν τα τραγούδια τους. Τη σημερινή μορφή του την πήρε κυρίως στην Ιταλία, όπου μεγάλες οικογένειες κατασκευαστών όπως οι Αμάτι, Γκουαρνέρι και Στραντιβάριους, δημιούργησαν θαυμάσιας ακουστικής όργανα που μέχρι και σήμερα θεωρούνται αξεπέραστα. Τα πρώτα βιολιά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση έργων λαϊκής μουσικής. 
Οι περισσότεροι μεγάλοι συνθέτες έγραψαν μουσική για σόλο βιολί, μεταξύ των οποίων οι Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ και Γκέοργκ Φρήντριχ Χέντελ. Στη συμφωνική ορχήστρα είναι το αρχαιότερο και κύριο μελωδικό όργανο και διαφοροποιείται σε δυο ομάδες, τα πρώτα και τα δεύτερα, όχι λόγω κάποιας κατασκευαστικής διαφοράς αλλά εξαιτίας της διαφορετικής μουσικής γραφής.
Το μεγαλύτερο βιολί έχει ύψος 4,28 μέτρα  και πλάτος 1,45 μέτρα. Το δημιούργησαν 12 μουσικοί από τη Γερμανία.

ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΜΑΡΚΟΣ

Ο Mάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στις 10 Μαΐου, του 1905 στην Άνω Χώρας της Σύρου.
Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες. Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε τσαμπούνα ενώ πολλές φορές από μικρή ηλικία τον συνόδευε ο μικρός Μάρκος παίζοντας τουμπί (νησιώτικο τύμπανο) σε διάφορα πανηγύρια. Σε ηλικία 12 ετών έφυγε από τη Σύρο, και πήγε στον Πειραιά. Εκεί ασχολήθηκε με
διάφορα επαγγέλματα, φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων στα λεγόμενα «καρβουνιάρικα» εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιά και Αθηνών. Συμμετείχε μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1933, έπειτα από παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης κυκλοφόρησε την πρώτη ηχογράφηση με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, παρόλες τις επιφυλάξεις που είχε για την ποιότητα της φωνής του. Η περίοδος λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και ηχογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» -το γνωστότερο τραγούδι του- το οποίο όμως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο 1948-1959, περνάει δύσκολες ώρες, καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία, τα ηνία της οποίας περνούν σε χέρια ανθρώπων που ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε βοηθήσει να αναδειχτούν, φέρεται αχάριστα στον πρωτοπόρο του μπουζουκιού που θεωρείται πια «ξεπερασμένος». Οι δισκογραφικές εταιρίες παύουν να τον καλούν για ηχογραφήσεις και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα τού αρνούνται τη συνεργασία. Περνά σοβαρές περιπέτειες με την υγεία (παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα, κάτι που τον δυσκολεύει να παίζει μπουζούκι) και την οικονομική του κατάσταση. Το 1954, ξεχασμένος από τους περισσότερους, επισκέφτηκε τη Σύρο όπου έμεινε για ένα έτος και γνωρίσε την αποθέωση από τον κόσμο του νησιού, ο οποίος δεν τον ξέχασε.
Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν μετά από πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, η δισκογραφική εταιρία Columbia αποφασίζει να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο. Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που του δημιούργησε ο σακχαρώδης διαβήτης. Όπως δήλωσε σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του Μάρκου Δομένικος, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της.
ΦΡΑΓΚΟΣΥΡΙΑΝΗ
Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού: "Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου 'χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά...

Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι.Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή." Η Φραγκοσυριανή (γυναίκα που κατάγεται από τη Σύρο και είναι χριστιανή καθολική) είναι το κομμάτι με τις περισσότερες δισκογραφικές παρουσίες (περιλαμβάνεται σε 400 περίπου δίσκους) απ' όλα τα ελληνικά τραγούδια.